Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Η θεωρητικοποίηση της αντιμαρξιστικής σκέψης

Γράφει ο Δ. Δημητριάδης
Σε πρόσφατο φύλλο του Ριζοσπάστη διαβάσαμε ένα ολοσέλιδο με την ομιλία του Μ. Παπαδόπουλου σε συζήτηση που πραγματοποιήθηκε το φεστιβάλ της ΚΝΕ. Θέμα της «Ο συσχετισμόςδύναμης στην Ελλάδα και διεθνώς και οι αστικές κοινοβουλευτικές εκλογές». Προφανώς οι θέσεις που περιέχονται δεν είναι προσωπικές του και επειδή ουσιαστικά, με την ομιλία αυτή, ανέλαβε να εξηγήσει το εκλογικό αποτέλεσμα του κόμματος στις πρόσφατες εκλογές θεωρούμε ότι περιέχονται σ' αυτή τα βασικότερα σημεία της απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής που θα δουν το φως της δημοσιότητας το επόμενο διάστημα.
Ποιοι παράγοντες καθορίζουν την ιστορική εξέλιξη;
Ο μαρξισμός διακρίνει δύο ειδών παράγοντες, τις επικρατούσες αντικειμενικές συνθήκες και τις υποκειμενικές, δηλαδή τη δράση των ανθρώπων με την ευρεία έννοια του όρου, του λαού και των πολιτικών δυνάμεων που αναφέρονται σε αυτόν συγκεκριμένα. Οι αντικειμενικές συνθήκες διακρίνονται στις εσωτερικές συνθήκες της χώρας και στις εξωτερικές συνθήκες, το διεθνές περιβάλλον που επιδρά ουσιαστικά στις εξελίξεις κάθε χώρας. Οι εσωτερικές αντικειμενικές συνθήκες σε μια ορισμένη στιγμή δεν διαμορφώνονται κατά τρόπο αυθαίρετο αλλά σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα της δράσης των ανθρώπων, του υποκειμενικού δηλαδή παράγοντα, σε προηγούμενο χρόνο.

Κατά συνέπεια σε κάθε περίπτωση η ανάπτυξη της ταξικής πάλης και δράσης των κομμουνιστικών κομμάτων και της αριστεράς είναι σημαντικός παράγοντας στη διαμόρφωση των εξελίξεων, ως αυτοτελής υποκειμενική δράση αλλά και ως παράγοντας που διαμόρφωσε τις αντικειμενικές συνθήκες σε προηγούμενο χρόνο.
Τι μας λέει ο Μ.Π; «Βρισκόμαστε μπροστά σε αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων, σε μεγάλη υποχώρηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, σε απόλυτη κυριαρχία του κεφαλαίου και του κράτους του». Θυμάται πολύ καλά τις δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες, ξέχασε όμως να βάλει στη συζήτηση τη δράση του ΚΚΕ στην προεκλογική περίοδο και κυρίως τα προηγούμενα χρόνια, σημαντικότατου παράγοντα στη διαμόρφωση των σημερινών συνθηκών και του συσχετισμού. Και δεν το ξέχασε τυχαία. Χρόνια τώρα η συζήτηση στο ΚΚΕ της υλοποίησης των αποφάσεων και των συμπερασμάτων κατά την εφαρμογή της πολιτικής του, ουσιαστικά είναι απαγορευμένος καρπός εντός του κόμματος και δημόσια, όπου η ηγεσία μπορεί να παρέμβει.
Ο ισχυρισμός ότι μόνο ο αρνητικός σε βάρος του λαού συσχετισμός διαμόρφωσε το αποτέλεσμα δεν ευσταθεί. Ο συσχετισμός ήταν πολύ περισσότερο αρνητικός τα πρώτα χρόνια μετά την αντεπανάσταση στη ΕΣΣΔ και της λαϊκές δημοκρατίες. Και όμως, τότε η πορεία του ΚΚΕ ήταν ανοδική όσο αφορά το εκλογικό ποσοστό του και ακόμη περισσότερο όσο αφορά την επιρροή του και το ειδικό βάρος του στην κοινωνία. Στις μέρες μας, με την τεράστια οικονομική κρίση, την πολιτική κρίση συστήματος και την επίθεση σε βάρος των λαϊκών κατακτήσεων και δικαιωμάτων οι συνθήκες μάλλον περισσότερο θετικές, παρά αρνητικές, μπορούν να χαρακτηριστούν.
Για να στηρίξει τον παραπάνω ισχυρισμό του ο ομιλητής ερμηνεύει την ψήφο της 20ης Σεπτέμβρη κατά τον εξής τρόπο: «Το κυρίαρχο κριτήριο της ψήφου ήταν η εκλογή κυβέρνησης, ο λαός επέλεξε ΣΥΡΙΖΑ για να αποφύγει τη ΝΔ. Η αποχή είχε κριτήριο ότι όποια κυβέρνηση εκλεγεί θα εφαρμόσει το μνημόνιο, άρα δεν έχει νόημα η συμμετοχή στις εκλογές. Όλα αυτά έχουν στη βάση τους την αδυναμία να αναγνωρίσουν οι ψηφοφόροι και να εναντιωθούν στο πραγματικό τους αντίπαλο, αυτόν που κάνει κουμάντο ανεξαρτήτως ποιο κόμμα είναι στην κυβέρνηση, δηλαδή το μεγάλο κεφάλαιο και η αδυναμία αυτή αποτελεί το θεμέλιο λίθο του αρνητικού ταξικού συσχετισμού». Αυτή είναι η θέση που αναπτύσσεται. 
Οπωσδήποτε ένα ισχυρό κριτήριο της ψήφου ήταν η ανάδειξη κυβέρνησης. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο λαός ψηφίζει μόνο ένα από τα δύο κόμματα για να κυβερνήσουν και δεν έχει άλλα κριτήρια και άλλες επιλογές, ότι αναγκαστικά επιλέγει κάποιο από τα δύο ή κάποιο συμπλήρωμα τους. Έχει και άλλα κριτήρια και πολλές άλλες επιλογές τις οποίες ακολουθεί και μάλιστα κάποιες φορές μαζικά. Από όσους πήγαν στην κάλπη ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ψήφισε το 70%. Το υπόλοιπο, 30% δεν λειτούργησε με κριτήριο το μικρότερο κακό. Γιατί όλοι αυτοί οι ψηφοφόροι δεν επέλεξαν ΚΚΕ; 760.000 ψηφοφόροι δεν πήγαν στην κάλπη να ψηφίσουν γιατί συνειδητοποιούσαν, όπως αναφέρει ο Μ.Π, ότι όποια κυβέρνηση σχηματιστεί θα εφαρμόσει το μνημόνιο. Δεν αναρωτιέται όμως γιατί από τη στιγμή που όλοι αυτοί συνειδητοποίησαν εντελώς ξεκάθαρα το ρόλο της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν στράφηκαν στο ΚΚΕ να ενισχύσουν μια δύναμη αντίστασης στη μνημονιακή λαίλαπα;
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα. Ότι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες απέχουν από τις εκλογές ή ψηφίζουν Τσίπρα, παρά το ολοκληρωτικό ξεπούλημα του λαού στο οποίο προχώρησε ψηφίζοντας το 3ο μνημόνιο, και δεν στηρίζουν ΚΚΕ ή ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ή ΛΑΕ. Στις συγκεκριμένες συνθήκες οι χιλιάδες αυτών των ψηφοφόρων δεν μπόρεσαν να διακρίνουν μια ελπίδα, δεν άκουσαν ένα συγκεκριμένο σχέδιο από τα κόμματα αυτά και κυρίως από το ΚΚΕ και επειδή όταν δεν έχεις να προτείνεις κάτι συγκεκριμένο κανείς δεν σε ακούει, περνάς απαρατήρητος και ο λαός πάει στον Τσίπρα ή στο σπίτι του και όχι στο ΚΚΕ.
Ο θεμέλιος λίθος, κατά τον Μ.Π, είναι ότι ο λαός δεν αναγνωρίζει και δεν κατανοεί ως αντίπαλο του την αστική τάξη και το κράτος της και δεν στρέφεται εναντίον της, αλλά περιορίζεται στα αστικά κόμματα και τις αντιθέσεις τους.
Πότε όμως αυτό θα συμβεί; Πότε θα κατανοήσει ο λαός ολοκληρωμένα τις ταξικές σχέσεις στην κοινωνία και τους αντιπάλους του με βάση τα πραγματικά του συμφέροντα;
Είναι δυνατή η διαμόρφωση ολοκληρωμένης συνείδησης, τουλάχιστον όσον αφορά τα ταξικά συμφέροντα και τις κυρίαρχες τάξεις και η απόφαση να στραφεί εντελώς συνειδητά εναντίον τους μέσα στον καπιταλισμό; Μπορεί να είναι κυρίαρχη η αστική ιδεολογία, οι αστικές αρχές και αξίες και η αστική πολιτική και ο λαός να διαμορφώνει ολοκληρωμένη ταξική συνείδηση; Μήπως στις επαναστάσεις που έλαβαν χώρα σε ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού οι λαοί συνειδητοποίησαν ολοκληρωμένα τις ταξικές αντιθέσεις και την προοπτική τους και ύστερα έκαναν επανάσταση; Σε καμία επανάσταση δεν συνέβη αυτό ούτε τις πιο μαζικές, ούτε σε όσες ο λαός ήταν ιδιαίτερα συνειδητός. Σε όλες τις περιπτώσεις διαμορφώθηκε μια συνειδητή πρωτοπορία και μια συνειδητή κρίσιμη μάζα, απέκτησε κύρος, χάραξε σωστή τακτική, πείσθηκε ο λαός να δράσει, εξεγέρθηκε και νίκησε. 
Ο Λένιν έλεγε ότι «όποιος περιμένει να δει μια καθαρή επανάσταση στην οποία συγκρούεται ο στρατός του ιμπεριαλισμού και ο επαναστατικός στρατός δεν θα την δει ποτέ». Οι αντιλήψεις αυτές είναι τουλάχιστον μεταφυσικές.
Θα άλλαζε ο συσχετισμός, αναρωτιέται ο ομιλητής, αν είχε μια μικρή αύξηση το ΚΚΕ; Βρισκόμαστε μπροστά σε μια παγιωμένη αντίληψη στις δυνάμεις του ΚΚΕ, ότι οι εκλογές δεν έχουν καμιά σημασία, δεν παίζουν κανένα ρόλο, ούτε και το εκλογικό αποτέλεσμα, από τη στιγμή που δεν πρόκειται η επανάσταση να προκύψει από τις εκλογές. Πόσο είναι πραγματικά παγιωμένη αντίληψη ή πόσο χρησιμοποιείται συνειδητά από την ηγεσία για να συγκαλύψει αποτυχίες και προβλήματα είναι ένα άλλο θέμα. Εκείνο που είναι γεγονός είναι ότι πρόκειται για τεράστιο λάθος. Δεν έχει καμιά σχέση με το μαρξισμό.
Θα παραθέσουμε μια τοποθέτηση του Έγκελς από τον πρόλογο του στο έργο «Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία» που γράφτηκε το 1895 σχετικά με τις εκλογές και το γενικό εκλογικό δικαίωμα, η οποία θεωρούμε ότι δίνει καταλυτική απάντηση. « Και αν το γενικό εκλογικό δικαίωμα, γράφει, δεν μας είχε φέρει άλλο κέρδος εκτός από το ότι μας επέτρεπε να μετρούμε κάθε τρία χρόνια τις δυνάμεις μας. Εκτός από το ότι μεγάλωνε στον ίδιο βαθμό τη βεβαιότητα των εργατών στη νίκη και τον τρόμο των αντιπάλων χάρις στην απροσδόκητα γρήγορη αύξηση του αριθμού των ψήφων που τακτικά διαπιστωνόταν και έγινε έτσι το καλύτερο μας μέσο προπαγάνδας. Εκτός του ότι μας πληροφορούσε με ακρίβεια για τη δική μας δύναμη καθώς και για τη δύναμη όλων των αντιπάλων κομμάτων και μας πρόσφερε έτσι ένα τέτοιο μέτρο για να ρυθμίζουμε τη δράση μας, που παρόμοιο του δεν υπάρχει στον κόσμο, προφυλάγοντας μας τόσο από μια άκαιρη αποθάρρυνση όσο και από ένα άκαιρα παράτολμο θάρρος - αν αυτό ήταν το μόνο κέρδος μας από το δικαίωμα ψήφου, πάλι θα ήταν υπεραρκετό. Όμως το γενικό δικαίωμα ψήφου έκανε πολύ περισσότερα». Όσο δε για τη σημασία που έχουν για την εργατική τάξη οι αστικοί κρατικοί θεσμοί, σημείωνε ότι «εντός των οποίων οργανώνεται η κυριαρχία της αστικής τάξης, αλλά προσφέρουν ακόμα χιλιάδες ευκαιρίες που επιτρέπουν στην εργατική τάξη να καταπολεμά αυτούς τους ίδιους τους κρατικούς θεσμούς».
Το εκλογικό αποτέλεσμα του κομμουνιστικού κόμματος δεν είναι άνευ σημασίας, ούτε όπως συνήθως πολλοί ισχυρίζονται, ότι δεν καταγράφει την επιρροή του, λόγω των δυσμενών συνθηκών για το κομμουνιστικό κόμμα στην κοινωνία και την πολιτική. Το εκλογικό αποτέλεσμα μετρά στη δεδομένη στιγμή την πραγματική επιρροή του κόμματος, ιδιαίτερα αν αυτό συγκρίνεται με προηγούμενα αποτελέσματα και εάν οι αντικειμενικές συνθήκες δεν έχουν αλλάξει δραματικά. Φυσικά ευρύτερες συμπάθειες μπορεί να υπάρχουν, αλλά αυτό δεν είναι επιρροή. Επιρροή είναι στις δεδομένες συνθήκες πόσοι εμπιστεύθηκαν στην κάλπη το Κομμουνιστικό Κόμμα και το αποτέλεσμα των εκλογών του Σεπτέμβρη βεβαιώνει ότι το ΚΚΕ το εμπιστεύτηκαν 37.000 πολίτες λιγότεροι από το Γενάρη του 2015.
Η θέση του ομιλητή ότι «ανεξαρτήτως από τα εκλογικά αποτελέσματα, η πορεία του κόμματος είναι θετική, διότι βελτιώνονται οι δεσμοί του κόμματος με τους εργάτες», ότι «βαθαίνει η ενότητα του, βελτιώνεται η μαζικότητα, η κατάσταση και ο προσανατολισμός του εργατικού κινήματος» δεν αξίζει σχολιασμού. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν ισχύει. Όποιοι γνωρίζουν τις κομματικές οργανώσεις, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και τα άλλα κινήματα έχουν εντελώς διαφορετική άποψη.
«Η νέα επίθεση στα δικαιώματα του λαού αποτελεί προνομιακό έδαφος για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και την προώθηση της λαϊκής συμμαχίας», λέει ο Μ.Π. και το εξειδικεύει στην ανάγκη να προσανατολιστεί η ταξική πάλη εναντίον του πραγματικού αντιπάλου, δηλαδή του κεφαλαίου, για να διευρύνονται και να ατσαλώνονται πρωτοπόρες δυνάμεις, να βαθαίνει η ταξική πάλη.
Πράγματι, η υλοποίηση των διατάξεων του νέου μνημονίου δίνει μεγάλες δυνατότητες για τη μαζική κινητοποίηση της εργατικής τάξης με στόχο την αποτροπή των νέων μέτρων και την ανατροπή του μνημονίων, για να βγει το εργατικό κίνημα από το τέλμα. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει με θέσεις ανατροπής του καπιταλισμού άμεσα. Η αντίθεση που αυτή τη στιγμή κυριαρχεί στη χώρα είναι η επιβίωση του λαού και η ανατροπή των μνημονίων και των αιτίων που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Σε αυτή τη βάση θα αναπτυχθεί η πάλη, θα επιδιωχθεί η ενότητα των εργαζομένων και φυσικά θα προβληθούν στόχοι που αμφισβητούν την αστική στρατηγική, την αστική κυριαρχία. 
Αυτό όμως καθόλου δεν απασχολεί τον ομιλητή, δεν τον απασχολεί η κινητοποίηση της τάξης και η μαζικότητα των αγώνων, ώστε πράγματι να αμφισβητηθούν οι σχεδιασμοί και οι επιδιώξεις της αστικής τάξης. Τον απασχολεί μόνο πώς θα διαμορφωθεί μια μικρή πρωτοπορία που θα εμπνέεται από την ανάγκη να αμφισβητήσει τον καπιταλισμό. Φέρνει σε αντίθεση τη μαζική κινητοποίηση της τάξης με τη δράση της πρωτοπορίας, την οποία θεωρεί υπεραρκετή.
Χαρακτηριστική επίσης των αντιλήψεων που επικρατούν στο ΚΚΕ και τις επαναλαμβάνει ο ομιλητής είναι και η θέση που αναφέρεται στις ιδιωτικοποιήσεις που στις σημερινές συνθήκες παίρνουν χαρακτήρα καταιγίδας. «Αντιπαλεύουμε τις ιδιωτικοποιήσεις», γράφει, «από τη σκοπιά του αύριο δηλαδή από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, από τη θέση για επιχειρήσεις κοινωνικής ιδιοκτησίας….». Για τον ομιλητή δηλαδή δεν έχει καμιά σημασία αν στον καπιταλισμό μια επιχείρηση είναι δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα, δεν ενδιαφέρει αν η δημόσια επιχείρηση ιδιωτικοποιηθεί, αρκεί μόνο να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες ως προς τις εργασιακές σχέσεις και τους μισθούς των εργαζομένων. 
Δεν προβληματίζεται καθόλου ότι, όπως η πείρα παγκόσμια υπογραμμίζει, ένα σημαντικό αποτέλεσμα των ιδιωτικοποιήσεων είναι η μείωση των εργαζομένων και άρα η αύξηση της ανεργίας, η συντριβή των μισθών και η εντατικοποίηση και η υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων και της φύσης, η κατακόρυφη αύξηση της τιμής των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών. Είναι απορίας άξιο πώς δεν προβληματίζονται ότι οι απόψεις αυτές δεν είναι μακριά από αυτές του νεοφιλελευθερισμού, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον.
Πώς είναι δυνατόν να συγκινήσουν τους εργατοϋπαλλήλους απόψεις όπως οι προηγούμενες για τις ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών και την άρνηση του αγώνα για την απόκρουση των μνημονίων και την ανακούφιση του λαού;
Σταχυολογούμε ορισμένα βασικά στοιχεία της ομιλίας:
  • ·         Πλήρης αδιαφορία για τις αστικές εκλογές, για το ποσοστό του ΚΚΕ και την αξιοποίηση των αστικών θεσμών.
  •      Αδιαφορία για τη μαζική κινητοποίηση της εργατικής τάξης και τη σύγκρουση με την αστική τάξη και το κράτος για την ακύρωση της πολιτικής της, αντίθετα τα μόνα που αξιολογούνται είναι η διαμόρφωση πρωτοπορίας και η εδραίωση σ’ αυτή αντικαπιταλιστικής συνείδησης.
  • ·         Μόνο όταν οι αγώνες κατευθύνονται άμεσα στην ανατροπή του καπιταλισμού, μόνο τότε είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν οι λαϊκές ανάγκες. Πρακτικά, στο έδαφος του καπιταλισμού οι αγώνες για οικονομικές και πολιτικές κατακτήσεις είναι αναποτελεσματικοί αν όχι άχρηστοι.
  • ·       Δεν ενδιαφέρει το εργατικό κίνημα ο δημόσιος ή ο ιδιωτικός χαρακτήρας μιας επιχείρησης. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά.
  • ·    Στόχος είναι να ατσαλώσουμε και να διευρύνουμε σήμερα πρωτοπόρες δυνάμεις που θα βαδίσουν μαζί μας μέχρι τέλους….

Αυτές είναι ορισμένες θέσεις που περιλαμβάνονται στην ομιλία αυτή. Υπογραμμίζουν την αντίληψη ότι όλο το ζήτημα είναι να συνεχίσει να υπάρχει το ΚΚΕ, να διατηρεί μια μικρή συνειδητή και αποφασισμένη βάση. Προφανώς δεν θεωρεί ότι είναι δυνατόν, ίσως και χρήσιμο, να αναπτύσσεται μαζική δράση, να διαμορφώνεται ισχυρό εργατικό κίνημα, να αλλάξουν οι συσχετισμοί, να διαμορφώνεται η ενότητα της εργατικής τάξης και η συμμαχία της με τα μικροαστικά στρώματα. Το συμπέρασμα μας αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η απόδειξη περιλαμβάνεται στις Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής για το 19ο συνέδριο, στη θέση 75:
«Η δράση του ΚΚΕ σε μη επαναστατική κατάσταση συμβάλλει αποφασιστικά στην προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα για επαναστατικές συνθήκες, για την πραγματοποίηση των στρατηγικών καθηκόντων του:
  • ·         Τη συσπείρωση της μεγάλης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης με το ΚΚΕ…
  • ·         Τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα καταπιεζόμενα στον καπιταλισμό λαϊκά στρώματα….
  • ·         Τη στήριξη του επαναστατημένου λαού από όσο το δυνατόν ευρύτερες δυνάμεις που αποσπώνται από το στρατό.
  • ·         Την εξασφάλιση της συντριπτικής υπεροχής των συσπειρωμένων με το ΚΚΕ επαναστατημένων δυνάμεων έναντι των αντιδραστικών αστικών και ταλαντευόμενων μικροαστικών στην αποφασιστική στιγμή και στα αποφασιστικά σημεία….

Τα παραπάνω καθήκοντα υλοποιούνται μόνο σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, η υλοποίησή τους εξελίσσεται ταυτόχρονα, αλληλεπιδρούν, με κύριο και καθαριστικό το καθήκον συσπείρωσης της εργατικής πλειοψηφίας με το κόμμα».
Το κείμενο είναι εντελώς σαφές. Δεν αναφέρει ότι η υλοποίηση των καθηκόντων αυτών ολοκληρώνεται στην επαναστατική κατάσταση, αλλά ότι «τα καθήκοντα αυτά υλοποιούνται μόνο σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης». Μέχρι τότε, απλώς διαμορφώνεται η πρωτοπορία με καθαρή αντικαπιταλιστική γραμμή. Εν ολίγοις, η στρατηγική του ΚΚΕ είναι η εξής: Το ΚΚΕ πρέπει να υπάρχει, να εμπλέκεται μόνο σε χαμηλής έντασης συγκρούσεις και αγώνες και να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας συνειδητής πρωτοπορίας για τη σύγκρουση με το σύστημα. 
Η πρωτοπορία αυτή δεν διαμορφώνεται με μαζικούς αγώνες σε όλα τα επίπεδα, δεν λειτουργεί ως πρωτοπορία ενός πλατιού εργατικού κινήματος, αλλά μόνο με ιδεολογική ζύμωση και προβολή ιδεολογικών κυρίως θέσεων. Προφανώς απορρίπτεται η μαζική δράση σε όλα τα επίπεδα, οι καθημερινοί αγώνες σε κάθε κλάδο και τομέα της κοινωνικής δραστηριότητας, η δράση στους αστικούς θεσμούς, με στόχο τη φθορά της αστικής εξουσίας, την αλλαγή των συσχετισμών, τη διαμόρφωση της ενότητας εργατικής τάξης και της συμμαχίας της με τα μικροαστικά στρώματα.
Με αυτή την τακτική, το ΚΚΕ αναμένει την επαναστατική κατάσταση. Εκεί διαμορφώνονται όλες οι προϋποθέσεις για την κατάληψη της εξουσίας, η οποία θα γίνει με εξέγερση και εμφύλιο πόλεμο.
Η τακτική αυτή δεν έχει καμιά σχέση με τον λενινισμόΑντίθετα έχει χαρακτήρα ενός ιδιόμορφου αρχειομαρξισμού.
Ο δρόμος του εργατικού κινήματος είναι εντελώς διαφορετικός:
·         Πρώτο, άμεσο βήμα σήμερα είναι η ανάπτυξη των οικονομικών και πολιτικών αγώνων για τα άμεσα λαϊκά προβλήματα και τα πολιτικά καθήκοντα που θέτει η συγκυρία. (Χρέος, ΕΕ, αντιμονοπωλιακά μέτρα, αποκατάσταση των εργατικών εισοδημάτων και δικαιωμάτων κ.τ.λ.).
·         «Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα, που αντιτίθεται στα άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο συνόλου του. Δεν διακηρύσσουν ξεχωριστές αρχές που σύμφωνα με αυτές θα θέλανε να πλάσουν το εργατικό κίνημα. Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα εργατικά κόμματα μόνο κατά τούτο: Ότι από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων, τονίζουν και επιβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά για όλο το προλεταριάτο και ανεξάρτητα από την εθνικότητα. Και από την άλλη στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολο του». 

      Αυτή τη θέση αναπτύσσει ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Η θέση αυτή πρέπει να αποτελέσει τη βάση για την από κοινού δράση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, πάνω σε ένα πλαίσιο από κοινού συμφωνημένο, που δεν μπορεί να είναι μόνο τα άμεσα. Στο έδαφος αυτής της κοινής δράσης θα διαμορφωθούν οι πολιτικές συμμαχίες και το ενιαίο μέτωπο των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων εναντίον του ιμπεριαλισμού και των μονοπωλίων με στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού.
·         Είναι απόλυτη ανάγκη να διαμορφωθεί ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο ανάπτυξης της δράσης που θα συνδέει τους καθημερινούς αγώνες και τις άμεσες διεκδικήσεις με το στρατηγικό στόχο.
·         Επιπλέον η ανάπτυξη ισχυρού ιδεολογικού και πολιτικού μετώπου απέναντι στην αστική ιδεολογία και πολιτική και ενάντια στο μικροαστισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου